Τράβηξα την κουρτίνα για ν' αγναντέψω τη μαβιά γραμμή του ορίζοντα, που όλο και βαθαίνει, όλο κι αλλάζει σχήμα. Μόνο ο άνθρωπος γαντζώνεται! Στοιχειωμένος απ' τους αόρατους φόβους του κι απ' τις παιδαριώδεις απόψεις του, αντιστέκεται σε κάθε είδους αλλαγή.

Δ.Χ

Ο Λαέρτης και το μολύβι του σε ρυθμούς τανγκό

Translate, select Language

Wikipedia

Αποτελέσματα αναζήτησης

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

Ο ΛΑΕΡΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΛΥΒΙ ΤΟΥ ΣΕ ΡΥΘΜΟΥΣ ΤΑΝΓΚΟ

Από το ημερολόγιο ενός ψυχίατρου...



Κάθε φορά που άφηνα δυο λέξεις σ' αυτό το ημερολόγιο, ένιωθα ν' αποστασιοποιούμαι από τα γεγονότα-η αλήθεια πλάταινε  ξεκάθαρη εμπρός μου-, ήρωας μυθιστορήματος στα χέρια ενός ευφάνταστου συγγραφέα που το μολύβι του κοντοζύγωνε στοργικά τ' ανθρώπινα μασκαρέματα.








Σήμερα πια συνειδητοποιώ πως η προσωπική μου ανάγκη να κρατώ σημειώσεις όλο και φτωχαίνει. Αλλά ετούτη η γνώση της αλήθειας, τελειωμό δεν έχει, μόνο βαθαίνει, βαθαίνει και διεγείρει εκ νέου την καθαρότητα αυτής της ανάγκης.

Κι όλο γεννά καρπούς που απαιτούν υπομονή και μακροθυμία, και τότε το χαρτί και το μολύβι σε ωριμάζουν. Μοιάζουν μ' εκείνες τις αδελφές ψυχές που αδιόρατα και σιωπηλά αλληλοϋποστηρίζουν τη μοναχικότητα τους...












Έβλεπα την νέα μου ασθενή την Ε., από τη χαραγή της τζαμένιας πόρτας, χωρίς εκείνη να με βλέπει, την παρατηρούσα προσεχτικά και τα μάτια μου θόλωναν από δάκρυα. Οι κινήσεις της άκαμπτες-κάπως έτσι, σκέφτηκα, θα ' ναι κι η καρδιά της-, έβαζα στοίχημα πως δεν ξέρει να χορεύει.

Ωστόσο, αυτή η γυναίκα μου άρεσε, αλλά ήξερα καλά πως αν την τραβούσα επάνω μου για τις ανάγκες ενός αργεντίνικου τάνγκο, θα μυριζόταν σε μένα θάνατο και θα το έβαζε στα πόδια.

Άλλη μια γυναίκα που με διόριζε πληρεξούσιο της ψυχής της και ήρθε σε μένα, τον ψυχίατρο.

Ήρθε σε μένα γιατί σίγουρα δεν έχει εμπλακεί διεξοδικά με τον ανθρώπινο πόνο, με άλλον πόνο πέρα απ' το δικό της...

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Λιβάνη



Ξεφυλλίστε τις δέκα πρώτες σελίδες εδώ...



Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Έρωτας μαίστρος


<<Η επαναστατημένη γυναίκα αντιδρά στα τεκταινόμενα της ζωής, αρνείται άμεσα ότι δεν της αρέσει. Όμως η κίνηση της παραμένει μια αντίδραση. Είναι ενστικτώδης κίνηση, αυθεντική, καλοπροαίρετη αλλά ανεπαρκής. Η γενναία γυναίκα δρα συνέχεια, διαμορφώνει γνώμη, αποκτά επίγνωση, εξελίσσεται. Ουσιαστικά δεν θέλει να καταστρέψει αλλά να συμπληρώσει>>

 Έρωτας μαίστρος από τις Εκδόσεις Μίνωας






Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

ΕΡΩΤΑΣ ΜΑΪΣΤΡΟΣ(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)


Έρωτας μαίστρος...ένα ερωτικό μαϊστράλι στο Αιγαίο.



Η Νίνα ετοιμάστηκε και πήρε το δρόμο που οδηγούσε στο λιμάνι. Ο αέρας μύριζε αλμύρα ανακατωμένος απ' την πυρωμένη μυρωδιά των νυχτολούλουδων. Περπάτησε για αρκετή ώρα διασχίζοντας όλη την έκταση του παραλιακού δρόμου. Ένιωσε να πεινάει και μπήκε σ' ένα εστιατόριο ν' απολαύσει το αγαπημένο της φαγητό.
Η βουή των αυτοκινήτων την ενοχλούσε αφάνταστα κι έτσι προτίμησε να καθίσει σ' ένα μικρό τραπέζι απ' αυτά τα λίγα που βρίσκονταν μες το μαγαζί. Τράβηξε μια καρέκλα και την έστρεψε να κοιτά προς τα έξω. Στο σκοτάδι τα φώτα του λιμανιού τρεμόπαιζαν καράβι πλησίαζε στην προβλήτα. Ο τελευταίος ναύλος της ημέρας έφερνε στο νησί επισκέπτες από κάθε γωνιά της γης. Ο νους της άρχισε να παιχνιδίζει ελεύθερος.
Σ' αυτό το νησί, το επίθετο "γοητευτικό" θα του ταίριαζε με απόλυτη ακρίβεια. Η γύμνια του Αιγαίου, το λιτό, το απέριττο, τα λευκά σοκάκια, τα χέρια της νοικοκυράς τα βαμμένα με ασβέστη κι εκείνα τα πολύχρωμα γεράνια που έμοιαζαν με σκανδαλώδη συντεχνία των Θεών που ηδονίζονται να σε βλέπουν να επιστρέφεις ξανά και ξανά για να τους προσκυνάς. Το καράβι έδεσε και οι επισκέπτες άρχισαν να κατεβαίνουν. Χαμογέλασε. Οι περισσότεροι δηλωμένοι οικογενειάρχες έμοιαζαν. Εντυπωσιακοί. Φανταχτεροί. Με τις επισημότητες και το καθωσπρέπει σχήμα μιας φαμίλιας. Οι καλοκαιρινές διακοπές. Το θαύμα της παρηγοριάς για κάποιους. Η μανιώδης εμμονή τους να διασώσουν μέσα από μια μικρή ανάπαυλα ένα σακατεμένο παρελθόν.
"Περιμένετε παρέα;" τη ρώτησε ο σερβιτόρος με φλεγόμενη περιέργεια.
"Όχι. Μπορώ να σας παραγγείλω" ο νεαρός την κοίταξε με μια υποψία οίκτου. 

Εκνευρίστηκε αλλά συγκρατήθηκε. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και το μαγαζί άρχισε να γεμίζει από κόσμο. Μισούσε την αίσθηση ασφυξίας που προκαλεί η συγκέντρωση πολλών ανθρώπων σε κλειστό χώρο. "Μεγαλώνω κι όλα μου φταίνε" συλλογίστηκε. Σηκώθηκε και παρακάλεσε να ετοιμάσουν την παραγγελία της σε πακέτο. Ένιωσε καλύτερα.
Μόλις έφτασε σπίτι, σέρβιρε το δείπνο της κι ένα ποτήρι κρασί κι έδειξε να το απολαμβάνει. Ξαφνικά ακούστηκε ο ήχος απ' το παλιό μεταλλικό χεράκι της εξώπορτας. Αιφνιδιάστηκε.
"Ποιος να' ναι τέτοια ώρα;" μουρμούρισε και πριν καλά καλά πλησιάσει τη βαριά πόρτα ακούστηκε η φωνή του Ανδρέα.
Εκείνη τα' χασε. Άνοιξε την πόρτα και τον είδε να στέκεται μ' ένα τεράστιο χαμόγελο ευχαρίστησης ζωγραφισμένο στα χείλη του.
"Ξέρω! Ακατάλληλη η ώρα και να θυμώσεις δίκιο θα' χεις!" της είπε απολογητικά.
Της άρεσε όμως αυτό το ξάφνιασμα. Δεν καταλάβαινε γιατί αλλά η επίσκεψη του την ευχαρίστησε.
"Τι είναι αυτά που λες; Έλα, πέρασε" τον καλοδέχτηκε και του έγνεψε να καθίσει.
"Συγνώμη σε σήκωσα απ' το φαγητό αλλά να...δεν κρατιόμουν απ' τη χαρά μου"
"Τι έγινε;"
"Δες αυτό μέχρι να ξαναβρεθούμε. Δούλεψα λίγο το μεσημέρι και προσπάθησα να σχεδιάσω κάτι καλό για τον κήπο σου".
Άπλωσε το χέρι της πήρε τη μεγάλη λευκή κόλλα και οι ματιές τους διασταυρώθηκαν. Ένιωσαν μια αλλόκοτη αίσθηση, απροσδιόριστη. Σώπασαν για λίγα δευτερόλεπτα.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Ποιος προσδιορίζει τη μοίρα μας; αναρωτήθηκε. Αλλάζει άραγε το πεπρωμένο;
"Αλλάζει!" πλανήθηκε με βεβαιότητα η φωνή της στον αέρα.
Μια σωτήρια ιδέα καρφώθηκε στο νου της. Να πάει πίσω και να δει τη ζωή της σαν μια νουβέλα, αφημένη στα χέρια ενός ευφάνταστου συγγραφέα που ηδονίζεται να σκαρώνει τραγικές κι απελπιστικές ιστορίες. Να δει τη ζωή της αποστασιοποιημένα. Σαν ηρωίδα ενός βιβλίου. Σαν τη Μάρθα της παλιάς νουβέλας που προσπαθούσε να την ψυχογραφήσει κοιτώντας την από την κλειδαρότρυπα. Εστιασμένη επάνω της αλλά και από μακριά.
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------Ο Ανδρέας την καληνύχτισε και η Νίνα συνέχισε το δείπνο της που το συνόδεψε εκείνη η γλυκιά αίσθηση που της άφησε η παρουσία του. Η επίσκεψη του όπως και να 'χε, υπογράμμισε κάπως τη μοναξιά της που, όσο κι αν ήταν κατ' επιλογήν, δεν έπαυε κάποια στιγμή ν' αγγίζει τα όρια του οδυνηρού. Μετέφερε τα πιάτα στην κουζίνα, ξαναγύρισε στη σάλα, κάθισε στην αναπαυτική πολυθρόνα και πήρε τηλέφωνο τον Άλκη. Η διάθεση της για βαθιά επικοινωνία μαζί του είχε κορυφωθεί αλλά πάνω που του εξιστορούσε τα νέα της ημέρας, αιφνιδιάστηκε από τον τόνο της φωνής του.
"Νίνα! Μην ξανοίγεσαι έτσι με ανθρώπους που δεν ξέρεις".
"Τι έπαθες; Δεν σε καταλαβαίνω".
"Για τον γεωπόνο λέω. Μιλάς λες και τον ξέρεις από χρόνια".
Η Νίνα παραξενεύτηκε που ακόμα και η φωνή της εξέπεμπε αυτή την οικειότητα που ένιωσε----






Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

ΕΡΩΤΑΣ ΜΑΪΣΤΡΟΣ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)





Η Νίνα μπήκε στο σπίτι της Φρόσως αργά αργά. Τα βήματα της απαλά κι ευλαβικά λες κι έμπαινε σε τόπο ιερό να προσκυνήσει. Όλα τα ίδια. Σαν να μη πέρασε ούτε ένας χρόνος απ' το φευγιό της. Το μακρόστενο τραπέζι με το βελούδο τραπεζομάντιλο σε χρώμα βυσσινί. Πάνω του το ίδιο βάζο με τα ζαχαρωτά. Την περίμενε. Ο παλιός μπουφές βαμμένος με λαδομπογιά σε χρώμα μπεζ κι εκείνες οι καρέκλες με τα βελούδα μαξιλάρια πάντα στο ίδιο χρώμα. Βυσσινί. Σ' όλο το σπίτι η γνωστή μυρωδιά από καθαριότητα. Ποτάσα και λεβάντα.
Η Νίνα με κόπο κρατιόταν να μη βάλει τα κλάματα. Η καρδιά της είχε ανοίξει για τα καλά καθώς ένιωθε τεράστια κύματα αγάπης να φεύγουν απ' τα κουρασμένα μάτια της Φρόσως και να στοχεύουν την καρδιά της. Η Φρόσω την αγαπούσε και τη συμπονούσε, την είχε μεγαλώσει από μια σταλιά παιδί. Πολλές οι έγνοιες της καπετάνισσας, πολλές οι φουρτούνες, και μ' ένα μικρό παιδί στην αγκαλιά δεν τα' βγαζε πέρα. Έτσι, ο καπετάν Μαθιός για να την ξεκουράσει, πήρε στη δούλεψη τους τη Φρόσω. Μέλος της οικογένειας έγινε με τα χρόνια και αγαπημένη φίλη της μάνας της Νίνας, της κυρά Λενιώς. Κι η αλήθεια ήταν πως, με τον καιρό, τη μοναξιά τους μοιράζονταν οι δυο γυναίκες παρά τις δουλειές του σπιτιού.
Η Φρόσω πήρε μια βαθιά ανάσα και μασκάρεψε το πρόσωπο της. Το έντυσε με μεταξωτά, πλουμιστά κουρέλια, φόρεσε το χαμόγελο του κλόουν και ρέλιασε τη φωνή της με μια νότα που υποδύονταν την αυστηρότητα του γονιού.
"Από μικρό παιδί σε συμβουλεύω, τώρα όμως δεν υπάρχει χρόνος γι' άλλες συμβουλές". Η φωνή της κόμπιασε κι έκανε προσπάθεια να συνεχίσει. "Δυο τελευταία λόγια θα σου πω παιδί μου που, δεν θα' ναι πια συμβουλές αλλά παράκληση, και θέλω να τα θυμάσαι για να φύγω ήσυχη απ' τη ζωή". Αυτές οι στιγμές της Φρόσως την αγρίευαν και την τρόμαζαν με το βάρος που κουβαλούσαν.
"Μην με στεναχωρείς" κατάφερε να ψιθυρίσει η Νίνα.
"Κάποτε θα συμβεί κι αυτό κόρη μου" είπε η ηλικιωμένη γυναίκα κι άρχισε να της μιλά. Η φωνή της τρόμαξε τη Νίνα. Της φάνηκε γλυκιά, μελωδική αλλά κι απόμακρη, σαν την ηχώ που αφήνει μια ξεκούρδιστη κιθάρα.
"Τρία πράγματα ζητάει από εμάς η ζωή Νίνα μου" ξεκίνησε να λέει.
"Να διψάς να μάθεις ποια είσαι, άνθρωπο να μη βλάψεις κι όσες χαρές σου δίνει η ζωή να τις παίρνεις χωρίς πολλά σκέρτσα και νάζια". Θα τα θυμάμαι Φρόσω μου, είπε η Νίνα σκουπίζοντας τα δάκρυα της.
"Μόνο αυτά τα τρία πράγματα θέλω να θυμάσαι, παιδί μου. Αν τα καταφέρεις μ' αυτά, δεν χρειάζεται να σκοτίζεσαι για τίποτα άλλο. Όλα τα υπόλοιπα, ακούμπησε τα στη ζωή, ξέρει εκείνη" αναστέναξε και τη χάιδεψε τρυφερά στα μαλλιά...