Τράβηξα την κουρτίνα για ν' αγναντέψω τη μαβιά γραμμή του ορίζοντα, που όλο και βαθαίνει, όλο κι αλλάζει σχήμα. Μόνο ο άνθρωπος γαντζώνεται! Στοιχειωμένος απ' τους αόρατους φόβους του κι απ' τις παιδαριώδεις απόψεις του, αντιστέκεται σε κάθε είδους αλλαγή.

Δ.Χ

Ο Λαέρτης και το μολύβι του σε ρυθμούς τανγκό

Translate, select Language

Wikipedia

Αποτελέσματα αναζήτησης

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ ΚΙ ΑΛΑΡΓΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ ΚΙ ΑΛΑΡΓΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ


Γυαλιστερά μαύρα μαλλιά.
Μάτια βαθιά μελαγχολικά.
Απελπισμένη γενναιότητα
κι αστάθεια.
Το άγριο σκίτσο του εαυτού της
την τρόμαξε.
Ανέκφραστη η λαχτάρα της να τη στηρίξεις.
Η σιωπή της στιγματισμένη απ’ τον ήχο
του τρόμου και της ντροπής,
ξεστράτισε δειλά δειλά  απ’ τα μάτια της
κι απλώθηκε στο χώμα.
Η συνοικία βαριά, μολυσμένη από
ανισόρροπη αγριότητα.
Το σπίτι, πλουμιστή παράγκα
βαμμένο με τα χρώματα της νευρασθένειας.
Στον ήχο των βημάτων
ένα πνιχτό γέλιο ακούστηκε πίσω
απ’ την ετοιμόρροπη κουρτίνα.
Μυρωδιά παράξενη
σμίξιμο από σάρκα κι αμμωνία.
Ο γέρος της παράμερα έσπαγε καρύδια.
Δεν σήκωσε το βλέμμα.
Κοίταξε λαίμαργα στο ύψος της τσέπης
καπνίζοντας με χείλη μισόκλειστα.
Τι έφερες; Τη ρώτησε
Τίποτα, ψιθύρισε  το κορίτσι.
Έφτυσε στο  δάπεδο
πάνω στα χωνεμένα βρωμόνερα
δυο και τρεις φορές.
Ανάθεμα το σπόρο μου! Στρίγκλισε.
Κούφιος!
Ούτε μια ζητιάνα δεν κατάφερα
να βγάλω!






Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

ΜΙΚΡΟ ΦΩΤΑΚΙ ΣΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ



Αναζήτησες τους θεούς σου ανάμεσα στα λαμπερά
στα φανταχτερά και τα σπουδαία.
Προσκύνησες κι εσύ όπως όλοι μας, ιερότητες μακρινές 
και ναούς σκονισμένους.
Σταυροκοπήθηκες  σε στολίδια εικαστικά.
Γονάτισες μπροστά σε κακότεχνα χερουβείμ 
που καμώνονταν άγιους προστάτες.
Πίστεψες  σε σχήματα ορφανά και χάθηκες ανάμεσα 
σε Δύση κι Ανατολή.
Σαγηνεύτηκες από λαμπρές σοφιστείες κι ανάθεσες 
στους νεκρούς να στοχάζονται για σένα.
Αναλώθηκες σε εχέγγυα, τα απέκτησες μα δεν σε βγάλαν πουθενά. 
Ανέτρεξες στη θολερή και θλιβερή παράδοση.
Σου είπαν να κάνεις τη θλίψη γιορτή και τη χαρά αμαρτία.
Ναρκισσεύτηκες με τη θλίψη, έγινε ταίρι σου  
χρεωκοπία συντροφική.
Σ' έπεισαν να κοιτάς τη ζωή από μακριά  σαν ανάξιος 
κι αδέξιος εραστής.
Την έζησες σαν κρυφό έρωτα σε μισοσκότεινο εξώστη.
Σου έμαθαν τι είναι καλό, τι είναι κακό, τι ηθικό και τι ανήθικο.
Τους πίστεψες, πούλησες την καρδιά στην λογική
με αντίτιμο ένα φτηνό μπαξίσι.
Τα χρόνια πέρασαν...
"Κουράστηκα!" είπες
και τότε σαν από θαύμα κάποιος σ' άκουσε και σου κράτησε το χέρι.
Σταμάτα να αναζητάς, σου είπε.
Οι θεοί σου κατοικούν στην καρδιά, δες τους.
Κρατούν αναμμένο μικρό φωτάκι  στο χρώμα της χαράς.
Ολόζεστο και ταπεινό σαν την απεριποίητη ομορφιά των κήπων.



Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΕΡΓΟ






Kάπου εκεί τριγύρω- είπαν- 
πως παιζότανε  ζωντανά το 
έργο της ζωής και τρέξαμε 
να το θαυμάσουμε.
Αφήσαμε πίσω μας την ακρογιαλιά
κάπου παράμερα τους 
παιδικούς μας  έρωτες
πετάξαμε στους βράχους 
κι εκείνα τα κλαδιά βελανιδιάς,
μυρτιάς και σχίνου που μάτωναν
τα χέρια μας και μπήκαμε
στο θέατρο χωρίς εισιτήριο 
από την πίσω πόρτα.
Το σκηνικό χρωματιστό
πλουμιστό, λαμπερό σαν 
δακρυσμένος ήλιος. 
Η αυλαία άνοιξε κι οι  ηθοποιοί
ξεχύνονταν λεφούσια, είδωλα απαντοχής 
και στήριγμα ελπίδας, υποδύονταν
νεκρούς που αναστήθηκαν.
Σφίξαμε τα χέρια, σινιάλο χαράς.
Η ώρα περνούσε… το σκηνικό άλλαζε. 
Κι εκείνο το έργο της ζωής
έμοιαζε  κακογραμμένο μελόδραμα 
που γέμιζε ατέλειωτα  τετράδια 
προσωπικής ανησυχίας με 
μελάνι ανεξίτηλο 
αρωματισμένο με λίπη.
Βουτηγμένο στα βαρέλια 
του φόβου και της ίντριγκας
μαντάριζε  κιτρινισμένα μπαλώματα. 
Τριγύρω  κομπάρσοι,
μπαλώνανε κι αυτοί  με λόγια ψεύτικα 
μια  πληγωμένη και ξεπεσμένη περηφάνια.
Οι θεατές κι εμείς  μαζί
αμίλητοι συντηρούσαμε το έργο
θρεμμένοι  από εκείνους τους  παράφωνους νεανικούς λυγμούς μας.
Φτηνό, ερωτικό δωμάτιο
μας  έμοιαζε  το έργο της ζωής
σαν να το συντηρούσε μια κακιά 
παράδοση και  μουχλιασμένοι έρωτες.
Θεοί ιδεατοί, της ανάγκης γεννήματα.
Ελπίδες ανεκπλήρωτες. Προσδοκίες ανέφικτες.
Ωμή βεβήλωση του ιερού άδυτου της ψυχής.
Πνιγήκαμε  στη μυρωδιά μιας 
επικείμενης δυστυχίας.
Κι ενώ  παντού τα πάντα ψάχναμε
σαν να καταλάβαμε πως μες
στην ασκητική μας θα διασφαλίσουμε 
των ιδεών μας το άβατο.
Χαιρετήσαμε  ευγενικά και βγήκαμε
μας πρόλαβαν στην έξοδο.
«Πως τολμάτε κι είστε αγενείς;  
Το έργο δεν τέλειωσε ακόμα!»
Ξύπνησε  της εφηβείας το αυθόρμητο
φωνάξαμε  πως ένοχοι και συνένοχοι 
στο έργο σας  δεν θα’ μαστε
παραμερίσαμε και φύγαμε.
Η  εφηβική ψυχή δεν την είχε ποτιστεί 
ακόμα απ’ τη  μεγάλη ιδέα για τον «εαυτό».
Αντέχαμε κάπου κάπου να πετάμε 
από πάνω μας την αξιολύπητη 
ευγένεια της συμφοράς.
Αγκαλιαστήκαμε και πήραμε 
το δρόμο του γυρισμού. 
Εκεί, στην έρημη ακρογιαλιά 
ψάξαμε να βρούμε τα κλαδιά της βελανιδιάς
της μυρτιάς και του σχίνου
που πριν λίγο νομίζαμε πως 
μας μάτωναν τα χέρια.
Τα κλαδιά ριζωμένα σε απόκρημνο 
βράχο μας περίμεναν
τα ποτίσαμε με τα δάκρυα μας 
κι ύστερα…θρηνήσαμε σαν τους μεγάλους 
ψεύτες που πίστεψαν στα ψέματα τους 
κι αναπολούσαν  πράματα και θάματα 
που δήθεν είδαν.



Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

ΑΣΤΡΟ ΔΙΧΩΣ ΟΝΟΜΑ



Τη νύχτα της μεγάλης Γέννησης
ξαπλωμένος στη βρεγμένη γη ατένιζε 
το άπειρο μετρώντας τα άστρα και 
Τον περίμενε.
Μολύβι η καρδιά βουλιάζει
γαντζωμένη από ένα άστρο δίχως όνομα.
Τα μάτια γλαρώνουν στη δίψα της αρμύρας
και μικραίνουν, όλο μικραίνουν
μέχρι που αποκοιμήθηκε στη βρεγμένη άμμο.
Βήματα ανάλαφρα ακούστηκαν
κι οι ίσκιοι  των προγόνων του 
του γνέφουν.
Ανώφελα καρτερείς να ξεδιψάσεις
Άρπαξε μες τη χούφτα σου το ουρλιαχτό
του ανέμου, λίγο φως, λίγο σκοτάδι
μια πρέζα αστρόσκονη και δυο κανάτια δάκρυ
ζύμωσε  τα με τη σιωπή σου
κρύψ’ τα μες την ψυχή σου
και μείνε ασάλευτος.
Σηκώθηκε, τινάχτηκε με μιας
και βάδισε στα χνάρια των πελμάτων Τους.
Μια λάμψη, μια φλόγα, μια αστραπή
λιώνει της φυλακής τα σίδερα.
Και να, εκείνη  η αντίληψη σαν ξαφνική παραδοχή
πως δεν υπάρχουν αστραπές, ούτε βροντές.
Μονάχα  τ' άστρα, λαμπερά,  μοναχικά
και σταθερά πάνω στο πλάτωμα του απείρου.


Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

ΝΥΧΤΑ ΜΠΛΕ ΚΙ Η ΠΟΛΗ ΕΣΒΗΣΕ




Νύχτα μπλε, κατάφορτη μ' αστέρια κι η θάλασσα μας κοίταζε
απλωμένη κι απέραντη, ηδονή αρχέγονη, ανεξερεύνητη.
Και το φεγγάρι θλιμμένο, αδύναμο κι αθόρυβο
λεπτό αεράκι φύσηξε κατά κει, φερμένο απ' τ' Αρχιπέλαγος
κάτι ήθελε να πει μα σώπασε και γύρισε μια μια τις σελίδες
του μικρού βιβλίου.
Νύχτα μπλε, βαθιά περισυλλογή, γλίστρημα ανάμεσα
στα φύλλα του μικρού τόμου, απομεινάρια συγκίνησης
που θα επιβιώνουν στο χρόνο.
Νύχτα μπλε, το κοριτσάκι μελαγχόλησε κι αποκοιμήθηκε
μα κρατούσε το ίσο, θρηνούσε την Αλεξάνδρεια με λόγια
αστεία, φοβόταν μη και την ξεχάσει.
Νύχτα μπλε, κατάφορτη μ' αστέρια, η θάλασσα μας κοίταζε
κι η πόλη έπεφτε αργά αργά και μελαγχολικά.
Το αγόρι δάκρυσε, θαλασσινό αλάτι έσταξε απ' τα μελιά του
μάτια.
Νύχτα μπλε κι η πόλη έσβησε ήσυχα κι απλά αφήνοντας
ξωπίσω της χρώματα κι αρώματα Αλεξανδρινά
λατρείες και σέκτες. Ορόσημα θαλασσινά...





    

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

ΣΑΝ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΘΑΥΜΑΣΤΗ



Η μελαγχολία ορθώνεται εμπρός σου σαν ολάνθιστος 
ανοιξιάτικος κήπος, με νάρκισσους, γαζίες και γιασεμιά. 
Κι εσύ τη βλέπεις γκρίζα,τρομάζεις κι απλώνεις το χέρι 
στην πλουμιστή φρουτιέρα με τα ολόφρεσκα  της επίγειας ζωής σου.
Γιατί τρομάζεις, είπε. 
Γιατί το βάζεις στα πόδια;
Γιατί προσκαλείς στην καλύβα σου τα χρωματιστά κουρέλια αυτού 
του ολοφώτιστου μικρού κόσμου;
Είναι απατηλά όσο κι η καλοκαιρινή μπόρα 
στείρο ανακάτεμα από απογοήτευση και φτώχεια.
Γύρνα το βλέμμα σου σ' αυτό που μοιάζει γκρίζο 
στους πόνους,στις βαρυθυμιές και στις ανησυχίες.
Στρέψε τη ματιά σου προς τα εκεί, γύρε το σώμα σαν το λουλούδι 
που γέρνει νωχελικά προς τον ήλιο.
Το γκρίζο δεν είναι αστόχαστο,μιλάει, άκουσε το
φωνάζει πως κάτι πραγματώνεται εντός σου
πως η ζωή δεν σε ξέχασε.
Τόλμησε να το πλησιάσεις και σαν το πρωτοζυγώσεις 
σε περιμένει μια δύναμη θαυμαστή,μια γοητεία παραμυθένια.
Κατέβα απ' την ανεμόσκαλα των νοητικών συλλήψεων 
και πάψε να κουνιέσαι εκεί πάνω
να θαυμάζεις το κόκκινο και να εχθρεύεσαι το γκρίζο.
Η αντίληψη καλό μου είναι ευθεία ματιά στην καρδιά.
Κι η μελαγχολία σου είναι μια γυναίκα θαυμαστή
μοιάζει με ιέρεια ελκυστική, ηδονική 
που ακουμπά με χάρη το ξυπόλητο πόδι της
πάνω σε πανάκριβο Περσικό χαλί.
Βλέπει χρώματα, μυρίζει αρώματα  και γεύεται τα μυστικά της γης.

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

ΜΝΗΜΟΝΙΚΟ ΑΠΟΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑ




Κέντησες την ψυχή με χρώματα αέρινα και γήινα
φώτισες παράθυρο το παράθυρο, δρόμο το δρόμο.
Πύργωσες καλαμιές μα πέρασες ανάμεσα.
Κουράστηκες, άπλωσες δίχτυ το ολόγιομο φεγγάρι.
Ανάσανες, γιατί φύσηξες με πνοή ανεπαίσθητη στη φούχτα.
Κι ύστερα σύρθηκες στ' αναστενάρια, σε χορό θρυλικό.
Πύρωσες ορμητικά καίγοντας τα περιττά και τ' άχρηστα.
Οι παράγκες γίνανε σπίτια κι οι λάσπες τρεχούμενα νερά.
Γενέθλια πόλη η ψυχή τη φώτισες με λάδια και παραφίνες  που τ 'ανάστησες σε πολύχρωμα λαμπιόνια εκτυφλωτικά.
Η θλίψη γίνηκε χαρά κι ο θάνατος γιορτή.
Άπλωσες την αγάπη πάνω στ' αδύναμα και τ' ασήμαντα, ταπεινά σαν απλός δουλευτής.
Ακούω το καλόηχο παράπονο σου για εκείνα 
τα μακρινά  και τα απόξενα.
Με τι λέξεις να εκφράσεις το ανέκφραστο;
Μοιάζει μ' έρωτα μεθυστικό λες, ασαφή κι απροσδιόριστο.
Μελαγχολικό σαν τις πρώτες φθινοπωρινές μέρες.
Aποθησαύρισμα μνημονικό η ύπαρξη σου. 
Κι εσύ κοιτάς μέσα σου και γύρω σου με μια απλότητα μοναδική.

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ



Στρίβει βαθιά προς το εσωτερικό μονοπάτι
ταξιδιώτης μοναχικός σε κλυδωνιζόμενο αμαξάκι.
Η πένα καυτή αμμόλιθος στο χρώμα της σκουριάς
μελάνι παμπάλαιο, μεσαιωνικό
στάζει στην καρδιά και την κρατά μισοζώντανη.
Η νύχτα πυκνώνει κακότροπα, χωρία ανάπαυση
χωρίς άστρα και φεγγάρι.
Το αμαξάκι γέρνει κι ο ταξιδιώτης 
διαμελισμένος απ' την αγριότητα της ζωής 
αναζητά κάτι.
Δεν ξέρει τι.
Πιθανόν θεούς λατρεμένους ανάμεσα 
σε ήχους διακριτούς κι αισθήσεις πρωτόγονες.
Οι ναοί σκονισμένοι, η φλόγα πυρώνει και καίει. 
Και ξάφνου ήρθε Εκείνη. 
Θλιμμένη ζωγραφιά σε χειμωνιάτικο τοπίο
με κιμονό λευκό, κατάλευκο
όμοιο με Αιγυπτιακή έρημο, λευκή
διαβρωμένη στοχαστικά από άμμο κι άνεμο.
"Κοίτα εκεί" είπε.
"Που;"
"Εκεί!"
Δεν αντιστάθηκε, κοίταξε.
Ηχώ λυτρωτική, γαλήνια, μυστηριακή.