Τράβηξα την κουρτίνα για ν' αγναντέψω τη μαβιά γραμμή του ορίζοντα, που όλο και βαθαίνει, όλο κι αλλάζει σχήμα. Μόνο ο άνθρωπος γαντζώνεται! Στοιχειωμένος απ' τους αόρατους φόβους του κι απ' τις παιδαριώδεις απόψεις του, αντιστέκεται σε κάθε είδους αλλαγή.

Δ.Χ

Ο Λαέρτης και το μολύβι του σε ρυθμούς τανγκό

Translate, select Language

Wikipedia

Αποτελέσματα αναζήτησης

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

ΗΘΙΚΗ...ΜΙΑ ΑΝΥΠΟΤΑΚΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ



Σαν  βγήκε  απ’ τη μήτρα της μαμάς της  η ηθική, πλάγιασε ανακουφισμένη κάτω απ’ τα μισόκλειστα βλέφαρα της κοινωνίας, αναζητώντας την ανάπαυση που της έπρεπε μετά από μια επίπονη  και πολυετή κύηση.

Μα πάνω που αναπαυόταν και χαιρόταν την ύπαρξη της,  μια απορία σφήνωσε στη σκέψη της και  χαμήλωσε το κεφάλι της.




«Ω θεέ μου, είμαι γένους θηλυκού!» αναφώνησε απελπισμένη και με μιας άρχισαν να τη βασανίζουν όλες εκείνες οι  δυσάρεστες μνήμες  που είχαν καταγραφεί στο γενετικό της υλικό από προηγούμενες ζωές της. Απαξίωση, περιφρόνηση, υποταγή.







Καταστάσεις  που χαράχτηκαν από   το αρσενικό αιώνες  πριν -κι όχι σκοπίμως βέβαια –  από το  φόβο του  όταν   πρωτοαντίκρισε   εκείνο το τεράστιο κύτταρο που ονομαζόταν  ωάριο, να καταπίνει αχόρταγα και με απίστευτη βουλιμία τον αρσενικό γαμέτη.

Όπως και να’ χε όμως η προαιώνια κατάρα  του θηλυκού ήταν πια δεδομένη, με πρώτο και κύριο γνώρισμα  να γεννά με κόπο τα παιδιά του.

Η ηθική λοιπόν απογοητευμένη- θηλυκό γαρ- όσο μεγάλωνε άρχιζε να συλλογίζεται  την επερχόμενη δυστυχία της.

Η ομορφιά της δεν στάθηκε ικανή να τη βοηθήσει, άλλωστε πως θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί την ομορφιά της  αφού  πρόγονοι της ήταν  η αρετή, η τόλμη, το κάλλος  η ανθρωπιά κι  η ανιδιοτέλεια.

Μέσα σε όλη της την απογοήτευση λοιπόν είχε και την  κακή  τύχη να χάσει νωρίς τους γονείς της  και να μείνει ορφανή.

Έτσι η νεαρή ηθική  άρχισε σιγά σιγά  να ρουφιέται σε μια βαθιά θλίψη και μελαγχολία αλλά κάποτε  ως δια μαγείας κι όπως συνήθως συμβαίνει με όλα τα ορφανά,  εμφανίστηκαν  μπροστά της απ’ το πουθενά όχι ένα, αλλά τρία χέρια  σωτηρίας.

Αυτά τα τρία στιβαρά χέρια ανήκαν στους νονούς της –σ’ αυτούς που επινόησαν  το κοινωνικό της όνομα-  κι έτσι λοιπόν οι νονοί της  ως άλλοι «νονοί της νύχτας» αποφάσισαν να πάρουν  στα χέρια τους τη διαπαιδαγώγηση της για  να τη σώσουν απ’ τη θλίψη, απ’ τη μελαγχολία κι απ’ την εκπόρνευση. Άλλωστε- σκέφτηκαν οι νονοί- μ’ αυτή την ομορφιά που κουβαλούσε  ήταν σχεδόν δεδομένο πως θα καταντούσε  μια γυναίκα του δρόμου ή  του πεζοδρομίου, άντε και στην καλύτερη περίπτωση ιέρεια της αρχαιότητος.

Τρεις ήταν λοιπόν οι νονοί της και το όνομα αυτών: πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια, λίγο το χεράκι του να’ βαζε ο καθένας η σωτηρία της θα ήταν απόλυτα εξασφαλισμένη.

Έτσι  άρχισαν  ένας ένας να την παίρνουν στα σπίτια του, πότε την έπαιρνε η πατρίδα, πότε η θρησκεία  κι όταν κι αυτή τη βαριόταν την έκανε πάσα στην οικογένεια.

Όμως όσο περνούσε ο καιρός και  οι τρεις νονοί  τα’ χαν χαμένα με τη βαφτιστήρα τους, μια και κατά τη δική τους διαμόρφωση το κορίτσι ήταν εξ’ όλης και προόλης…Το κορίτσι δεν μαζευόταν με τίποτα… έδινε απλόχερα την καρδιά της σε όλους, ξενυχτούσε πότε με άντρες πότε με γυναίκες, με λίγα λόγια έμοιαζε τολμηρή και ανυπότακτη.

Από δω την είχαν από κει την είχαν προκειμένου να μη τους εκπορνευτεί αποφάσισαν  να  σπείρουν  μέσα της το φόβο  της ανταμοιβής και της τιμωρίας, πανάρχαια συνταγή και απόλυτα επιτυχημένη.

Η νεαρή ηθική όμως δεν πήρε χαμπάρι  ούτε μ’ αυτό. Βλέπετε η δική της  ταυτότητα  ήταν  υπαρξιακή και διόλου κοινωνική, επιπλέον δε, φαίνεται πως ως παλιά ψυχή, δουλεμένη, είχε από τη γέννηση της φυτεμένο μέσα της το σπόρο της αλήθειας.

Παρ’ όλη την αρετή  και την τόλμη της όμως η ζωή της γινόταν μια καθημερινή κόλαση κι εκείνη ως ανυπότακτη αρνιόταν να συμβιβαστεί  με τα κοινωνικά και υποκριτικά στάνταρ των νονών της.



Έτσι μέρα με τη μέρα άρχισε να περιφέρει από δω και κει την συνειδητή ασυνειδησία της προσπαθώντας να εφεύρει τρόπους που δεν θα λέρωναν την τιμή, τη δόξα της και το όνομα των προγόνων της, αλλά αντιθέτως  να’ ναι τόσο ισχυροί κι αληθινοί που να μπορούν να διαψεύσουν την δήθεν τιμή και δήθεν υπόληψη των νονών της.

Ένα πρωί λοιπόν εκεί που χαλάρωνε μες το απολαυστικό και μυρωδάτο λουτρό της ως άλλη Κλεοπάτρα, της  ήρθε στο νου να κάνει μια απίστευτη σκανταλιά, θα έμπαινε στα σπίτια  των συγγενών τους και θα τους έφερνε τα πάνω κάτω.

Δεν χρειάστηκε να το καλοσκεφτεί, ντύθηκε, στολίστηκε, αρωματίστηκε και ξεκίνησε για το «σπίτι του γάμου». Για εκείνο το πανάρχαιο δεσμωτήριο όπου δεσμώτης και δεσμοφύλακας-οι ρόλοι εναλλάσσονται-  προσπαθούν  να συνετίσουν ο ένας τον άλλον. Τι δεν τους δημιούργησε μες το γάμο, την απίστευτη κόλαση.!

Στάθηκε μπροστά στη σύζυγο  αεράτη και αγέρωχη και της  ψιθύρισε για  τις ματαιοδοξίες της, για τους υποθετικούς της  έρωτες  και για  την απουσία της ζωής μέσα της.

Έτσι εκεί  που η καημένη η σύζυγος έψηνε το αρνάκι άρχισε να εμφανίζεται μπροστά της ο Γιώργος, ο κάθε φανταστικός ή υπαρκτός Γιώργος που υπέβοσκε τα βράδια στη σκέψη της και τη συντρόφευε στα όνειρα της.

Εκείνος ο Γιώργος  που θα… της μιλούσε πιο τρυφερά από τον αγαπημένο της σύζυγο, που θα… τη θαύμαζε, που θα… την επαινούσε, που θα… την συμπονούσε, που θα… την κατανοούσε.

Κι ύστερα αφού αναστάτωσε τη σύζυγο σειρά είχε ο σύζυγος, έσκυψε στ’ αυτί του και του ψιθύρισε το όνομα της άνομης «καλής του», εκείνης που πόθησε πιο πολύ κι απ’ τη ζωή του αλλά που χάρη των παιδιών του και όλων των κατοικίδιων του, δεν βρήκε την τόλμη να ζήσει ούτε μια αληθινή στιγμή μαζί της.

Και να οι καυγάδες και να οι συζυγικές μουρμούρες και να  το αίσθημα της στέρησης να φουντώνει και τα σεξιστικά όνειρα να παίρνουν σάρκα και οστά, εν ονόματι μιας άλλης  ηθικής που απείχε μίλια μακριά απ’ την αληθινή της φύση…

Όμως  μια κι είχε πάρει φόρα η νεαρή  ηθική, δεν σταμάτησε εκεί, μέρα με τη μέρα έπαιρνε αμπάριζα όλους όσους είχαν διαστρεβλώσει το όνομα της.

Την επομένη λοιπόν  άρχισε να μπαίνει σε ναούς και σε ξωκλήσια και καθώς όλων των ανδρών τα βλέμματα είχαν κολλήσει επάνω της και τα κορμιά τους λίγωναν από  την ομορφιά της, έσκυψε στ’ αυτιά τους και τους ψιθύρισε ηδονικά πως θα τους ψάξει έναν έναν και σε όποιον αναγνώριζε

«την αλήθεια»  θα τον προσκαλούσε  να περάσει μαζί της  μια ερωτική νύχτα.

Έτσι ένας ένας οι πιστοί αναστατωμένοι απ’ την ομορφιά της  άρχισαν  να ψάχνουν  μέσα τους κι άκρη δεν έβρισκαν, εδώ η αλήθεια, εκεί η αλήθεια, πουθενά η αλήθεια, τα πάντα μέσα τους δυσδιάκριτα και συγκεχυμένα.

Μέσα σ’ ένα χρόνο η ηθική είχε κάνει μια σειρά από απίστευτες σκανταλιές, είχε μπει σε όλα τα σπίτια- θεσμούς  υπενθυμίζοντας τους την αδράνεια του νου τους και τη φτώχεια της καρδιάς τους.

Πολλοί  απ' αυτούς  που την πόθησαν   επινόησαν άπειρα τεχνάσματα προκειμένου  να περάσουν μια ηδονική νύχτα μαζί της, αλλά η ηθική  γύρισε την πλάτη στην κοινή τους  απρέπεια κι αθλιότητα γιατί- σαν θηλυκό- ο κόλπος της ήταν ταυτόχρονα και η είσοδος για την ψυχή  της.

Όλη αυτή η νεανική περιπέτεια επηρέασε βαθύτατα την αισθητική της ωρίμανση κι από νεαρή μποέμισα  μετουσιώθηκε  σε μια όμορφη και δυναμική γυναίκα.

Τέλος,  νιώθοντας μια απίστευτη συμπόνια για την ανθρωπότητα αποσύρθηκε σ’ ένα δικό της σπίτι, μοναχική, μοναδική και  μεγαλοπρεπής με  μια ομορφιά παντοτινή, ερωτική, αληθινή ενίοτε και σεξουαλική.
Αποσύρθηκε  σ’ ένα ειδυλλιακό τόπο έξω απ’ το χώρο και το χρόνο κι εκεί, μες  σ’ αυτή την απέραντη ομορφιά της φύσης μπορούσαν να την βρουν όσοι ήταν συνδεδεμένοι άρρηκτα κι απόλυτα μαζί της, αυτοί οι λιγοστοί που  απόμειναν να μάχονται  την αδικία, το ψέμα, την υποκρισία,  την κοινωνική ηθική, τους κάλπικους θεούς...





                                    





Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΛΙΖΑ ΚΑΙ Ο ΑΝΑΤΟΛΙΤΗΣ ΜΑΣΕΡ



Οι μέρες και οι νύχτες  της Λίζας  διαδέχονταν η μία την άλλη με μια φανατική ομοιομορφία. Το πάθος της για τη ζωή  ήταν ανάμνηση πια και η εικόνα της επιεικώς αξιοθρήνητη.Το θέμα της-ο Αλέκος- ο αγαπημένος της σύντροφος που  εδώ και πέντε χρόνια είχε φύγει απ’ τη ζωή αλλά  η Λίζα συνέχιζε να τον μοιρολογεί ακόμα. Βέβαια, κάποιες  ελάχιστες στιγμές -σαν εκείνες που με απόλυτα διαύγεια βγαίνει κανείς απ’ τον κοινωνικό του ρόλο-  ποθούσε να πέσει στο δρόμο της μια ευλογημένη πρόκληση που να την κάνει να ξεχάσει τον Αλέκο  και να ξανανιώσει γυναίκα. Εύλογα θα πει κανείς πώς το παλιό πρέπει να κάνει στην άκρη για να βρει χώρο ν’ ανθίσει το καινούργιο. Αυτό όμως για τη Λίζα ανήκε ακόμα στη σφαίρα της φαντασία της. Ο Αλέκος της  είχε φύγει  απ’ τη ζωή κι εκείνη όφειλε να τιμά τη μνήμη του...
Έτσι, κάθε φορά  που η καρδιά της αναζητούσε μια αντρική φιγούρα, ορθώνονταν  μπροστά της εκείνες οι πολύχρωμες ενοχές της για να της υπενθυμίζουν πως πρέπει να βαδίζει  το «σωστό δρόμο!»

Έδιωξε  λοιπόν και σήμερα τις αμαρτωλές σκέψεις της,  πήρε μολύβι και χαρτί και με μια απίστευτη λεπτότητα   χάραξε πάνω του το καινούργιο  βαθυστόχαστο ποίημα που μόλις  εμπνεύστηκε για τον Αλέκο της. Το κόλλησε στην πόρτα του ψυγείου, αφ’ ενός μεν για να κάνει παρέα με τα υπόλοιπα τετράστιχα που του γράφει εδώ και πέντε χρόνια και αφ’ ετέρου, να παγώσει για λίγο εκείνη η θερμή τους οικειότητα μήπως και πάψει να τον αναζητά.
Φαίνεται όμως  πως η ποίηση έκανε και πάλι το θαύμα της κι ούτε μια άσχημη στιγμή  από το εικοσαετές ζευγάρωμα μαζί  του δεν ξεπρόβαλε  στο νου της. Επιπλέον δε, ένιωσε άβολα για  εκείνες τις αλλοτινές υστερικές κραυγές της, τότε που του φώναζε πως... την καταβροχθίζει, την ακυρώνει, τη στριμώχνει! Άλλωστε, εδώ που τα λέμε,  ο Αλέκος της  δεν ζητούσε και πολλά κι όσα ζητούσε ανήκαν  στη σφαίρα του αυτονόητου. 
Ήθελε δηλαδή, μια γυναίκα  μεθοδική, συγκροτημένη, οργανωτική,τελειομανή, σοβαρή, υποταγμένη, μορφωμένη, τρυφερή, όμορφη, σεξουαλική, αισθησιακή, μονογαμική, έτσι για να μπορεί κι εκείνος να την  απολαμβάνει! Με λίγα λόγια να τη ρουφάει αργά αργά κι ηδονικά όπως απολαμβάνει κανείς το φραπέ του μετά από ένα εξαντλητικό εικοσιτετράωρο. Έτσι,  από τη μια η ποίηση, απ' την άλλη οι  τρυφερές αναμνήσεις της μαζί του, άντε κι ένα καντάρι ενοχές για τις ροζ σκέψεις της, την έκαναν και πάλι απόψε να κλάψει απαρηγόρητα. Ισχυρός ο ναρκισσισμός του πόνου, η κατάσταση της φάνταζε στο νου της  απόλυτα φυσιολογική.


Κάποιa μέρα όμως η ψυχή της  επαναστάτησε κι επιπλέον δε, την απείλησε πως θα την εγκαταλείψει. Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς «πως απειλεί μια ψυχή;» Άλαλη λοιπόν η ψυχή τα παράπονα της τα ζωγράφισε  στο σώμα και η Λίζα απέκτησε μια δυσάρεστη συλλογή από συμπτώματα: ισχυρούς πονοκεφάλους, ανορεξία, αϋπνία, νυχτερινές εφιδρώσεις, κατάθλιψη. Αναγνωρίζοντας πια  πως υπονομεύει την υγεία της,  βγήκε  για λίγο απ’ το  ναρκισσιστικό ρόλο της μοιρολογίστρας και προσπάθησε να βρει τρόπους να χαλαρώσει. Το ίδιο βράδυ έβαλε απαλή μουσική να παίζει κι άναψε κεριά σ’ όλες τις γωνιές του δωματίου μπας κι απορροφήσουν τη μυρωδιά των γεμιστών που πριν λίγο σιγόβραζαν στο φούρνο της κουζίνας της. 


Έκανε κι ένα ζεστό μπάνιο, πέρασε το σώμα της μ’ ένα αρωματικό λάδι, τυλίχτηκε σ’ ένα αισθησιακό σάρι και αφέθηκε να απολαύσει την ειδυλλιακή  ατμόσφαιρα. Ξάπλωσε  στον καναπέ αγκαλιά με τις αμφιβολίες της. Δεν ήταν βέβαιη πως θα καταφέρει να χαλαρώσει και ν' αποδεσμευτεί απ' τη σκιά του Αλέκου! Αλέκος ήταν αυτός! Το φως των κεριών  τη σαμποτάριζε τρεμοπαίζοντας ρυθμικά στο πρόσωπο της. Ξανάκλεισε  πεισματικά  τα μάτια  πιστεύοντας πως θα τα καταφέρει, αγνοώντας όμως πως τον εγκέφαλο της τον είχε  ανεκπαίδευτο για τέτοιου είδους χαρά. Έτσι οι σκέψεις πηγαινοέρχονταν σαν τρελές η μία μετά την άλλη. Ο  Αλέκος πέρασε μπροστά απ' τα μάτια της σαν αέρινη οπτασία! Ταράχτηκε και πετάχτηκε πάνω έντρομη. Η αντρική παρουσία του  την είχε  στεγάσει για τα καλά, γιατί είναι αλήθεια πως ο Αλέκος της ήταν άντρας με «Α» κεφαλαίο, σαν να λέμε  συνώνυμο του λήμματος «αντριλίκι».

Προσπάθησε αρκετά να τον διώξει απ' τη σκέψη της αλλά ο Αλέκος επέμενε σταθερά να τη σκιάζει. Μια, δυο, τρεις...κάποτε επιτέλους τα κατάφερε. Αντ' αυτού άρχισε να σκέφτεται τον Χάρη!Τον τρελό νεανικό της έρωτα!Ο Χάρης πέρασε απ' τη σκέψη της ως ανατολίτης μασέρ!Τα θαυματουργά του χέρια γλίστρησαν στο σώμα της και παρέσυραν  ένα ένα τα βάσανα της ζωής της πετώντας τα  στ’ ανάθεμα. Πετάχτηκε και πάλι έντρομη αλλά αυτή τη φορά από ενοχές. Άρχισε να σταυροκοπιέται θαυμάζοντας τον εαυτό της  που θυμόταν την κίνηση! Πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά! Κι ανάποδα να  έκανε την κίνηση, η καταγεγραμμένη δύναμη του συμβόλου  θα την ησύχαζε και πάλι. Σηκώθηκε απ' τον καναπέ κι άρχισε να ετοιμάζεται για την καθιερωμένη  Κυριακάτικη συνάντηση  με τον Αλέκο της. Άνοιξε την ντουλάπα της κι ανόρεχτα έσυρε ένα  ένα τα ρούχα  πάνω στην αλουμινένια βέργα. Μερικά απ’ αυτά -λόγω του πένθους της- είχε να τα φορέσει πάνω από πέντε χρόνια. Τίποτα  όμως  δεν την εμπόδιζε να τα καμαρώνει. Κι εκείνο το φούξια σακάκι της πόσο το λάτρευε…Δεν άντεξε στον πειρασμό και το ξεκρέμασε. Κάτι υπήρχε στην τσέπη που την ξάφνιασε.  Έβαλε το χέρι της κι ανέσυρε κάποια αποκόμματα λευκού χαρτιού. Άρχισε να διαβάζει τις  στενογραφημένες σημειώσεις που κρατούσε όταν ο Αλέκος της ήταν εν ζωή. «Όταν κάνω αυτό... ο Αλέκος  είναι καλός μαζί μου», «όταν εκείνο... ο Αλέκος γκρινιάζει...», «όταν το άλλο... ο Αλέκος  φωνάζει...», όταν…όταν…όταν… Τα τσαλάκωσε αργά αργά μέσα στη φούχτα της κι ένιωσε την παλάμη της να καίει σαν πυρωμένο σίδερο. Ένας λυγμός βγήκε  απ' τα χείλη αλλά γρήγορα τσάκισε και πνίγηκε σαν εύθραυστο φυλλαράκι στον άνεμο.

Συνέχισε τη μέρα της από εκεί που είχε σταματήσει. Φόρεσε το μαύρο της ταγιέρ. Το μαύρο της πουκάμισο.Το κατάμαυρο σακάκι της. Τις ολόμαυρες γόβες της. Τράβηξε πίσω τα μαλλιά της και τα στήριξε σ’ ένα χαμηλό κότσο. Κι ύστερα άνοιξε  την κοσμηματοθήκη για να πάρει  τη βέρα του Αλέκου. Η βέρα έπεσε στο πάτωμα κι ο θόρυβος την έκανε ν’ ανατριχιάσει. Κέρμα σε τσίγκινο πιατάκι επαίτη ο ήχος της. Έσκυψε, τη μάζεψε και τη φόρεσε πάνω απ’ τη δική της.

Πανέτοιμη πια και για τακαλά βαλμένη μες το ρόλο της χηρείας της, ξεκίνησε για τον Αλέκο της. Στην εξώπορτα ήρθε σε μετωπική με τα παιδιά της.

« Έχεις πολύ πλάκα! Πως είσαι έτσι!» είπαν κι οι δυο με μια φωνή και την προσπέρασαν.

«Εγώ φταίω που τιμώ τη μνήμη του πατέρα σας!» ούρλιαξε για να την ακούσουν.

Μπήκε στο αυτοκίνητο και τράβηξε προς το κοιμητήριο. Μόλις έφτασε  έκανε  την καθιερωμένη της στάση στο ανθοπωλείο και αγόρασε-όπως πάντα- ένα κίτρινο τριαντάφυλλο.Ο υπολανθάνων θυμός της για εκείνον εκφραζόταν με χρώμα κίτρινο. Στη σκέψη της βούιζαν ακόμα τα λόγια των παιδιών της. Το βλέμμα τους ένιωθε να την καρφώνει ακόμα. Άλλαξε γνώμη. Αγόρασε είκοσι κόκκινα τριαντάφυλλα για τον Αλέκο- όσα και τα χρόνια του γάμου τους- και ένα κίτρινο τριαντάφυλλο για εκείνη.
Μέσα σε μια στιγμή το παράπονο που ένιωθε για τη ζωή της με τον Αλέκο και ο θυμός που έτρεφε για εκείνον είχαν εξαφανιστεί. Τώρα πια γνώριζε ότι ήταν θυμωμένη  με τον εαυτό της. Με τις επιλογές της. Τα μάτια της έγιναν μια λίμνη δάκρυα για τους αναρίθμητους κοινωνικούς ρόλους που δέχτηκε να παίξει. Άρχισε να ανηφορίζει προς το μνήμα  του. Πλησίασε  και κοντοστάθηκε. Ευθυγράμμισε τη ματιά της με τη φωτογραφία του και του άφησε τα κόκκινα τριαντάφυλλα. Τα δάκρυα της  παρέσυραν κι ακύρωσαν τον ψευδαισθητικό ρόλο της αιώνιας μοιρολογίστρας. Ένα μισό χαμόγελο άρχισε να ζωγραφίζεται στο πρόσωπο της. 



«Κι εσύ βρε Αλέκο, να φύγεις από ένα μήλο! Πόσες φορές σου έλεγα να μασάς  αργά αργά!»