Τράβηξα την κουρτίνα για ν' αγναντέψω τη μαβιά γραμμή του ορίζοντα, που όλο και βαθαίνει, όλο κι αλλάζει σχήμα. Μόνο ο άνθρωπος γαντζώνεται! Στοιχειωμένος απ' τους αόρατους φόβους του κι απ' τις παιδαριώδεις απόψεις του, αντιστέκεται σε κάθε είδους αλλαγή.

Δ.Χ

Ο Λαέρτης και το μολύβι του σε ρυθμούς τανγκό

Translate, select Language

Wikipedia

Αποτελέσματα αναζήτησης

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΠΟΚΟΙΜΗΘΗΚΑ


Ανοίγω τα παραθυρόφυλλα και κοιτώ κάτω. Τα τραπέζια κουβαλούν ακόμα το βάρος των βραδινών συζητήσεων.
Κάπου εκεί ήμουν κι εγώ. Ανακατεμένη με το πλήθος. Κρατούσα στα χέρια μου εκείνο το βιβλίο που εδώ κι ένα χρόνο το τελειώνω κι όλο ατέλειωτο το 'χω. Είναι απ' αυτά  που σου δημιουργούν αμφιθυμία. Τη μια να θες να το πετάξεις στα σκουπίδια και την άλλη να το αναζητάς σαν γιατρικό. Έτσι κι εχθές το βράδυ  μου 'ρθε  μια τρελή επιθυμία. Να  πετάξω το βιβλίο στη θάλασσα. Να το πετάξω και να το δω να λιώνει σελίδα τη σελίδα και μαζί μ' αυτό να πνιγεί κι αυτή η ηρωίδα που με καθρεφτίζει τόσο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, της έδωσε κι  ο συγγραφέας το όνομα μου. Νανά!  Άκου Νανά...χάθηκαν τόσα ονόματα; Το καταχώνιασα στον πάτο της τσάντας μου κι άνοιξα την εφημερίδα μου. Ούτε σ' αυτή μπόρεσα να συγκεντρωθώ. Απ' τα διπλανά τραπέζια είχαν αρχίσει  να μιλούν δυνατά.
Μ’ αρέσει να κρυφακούω…προσηλώθηκα.!


Πρώτο τραπέζι κύμα: «παρανόμως» ερωτευμένοι.Υποταγμένη και κυρίαρχος στην αρένα ενός έρωτα ματαιόδοξου προς επιβολή του «εγώ.» Οι ρόλοι εναλλάσσονται. Σκλάβοι κι οι δυο.Δειλοί.Αμάθητοι.Ματώνονται. Αποχωρούν άδειοι,κενοί, με μια θλίψη όμοια μ’ αυτή που νιώθουν τα ζώα μετά το πέρας της συνουσίας.
Δεύτερο τραπέζι κύμα: Συζυγικό ζευγάρι περιμένει εναγωνίως τη φλύαρη παρέα που θα γεμίσει το κενό τους. Σιωπή. Τη σπάει ο ήχος του νερού απ’ την κανάτα στα ποτήρια τους. Διψούν.Τα χέρια αγγίζονται. Απομακρύνονται με βιασύνη. Τα βλέμματα διασταυρώνονται πάνω απ’ τα κρυστάλλινα κρασοπότηρα.Παγωνιά ζυμωμένη μ’ ανυπαρξία αισθημάτων.
Τρίτο τραπέζι κύμα: Ηλικιωμένη σύζυγος παίρνει τη ρεβάνς της .Το πλοίο πλησιάζει και ο καπνός απ’ τα  φουγάρα δείχνει να ξαποσταίνει.
«Ούτε ένα ταξίδι δεν ήσουν άξιος να με πας» Η αρχή μόνο αυτή.
Συνεχίζει με απειλές εγκατάλειψης προς τον ανήμπορο σύζυγο. Την κοιτά θλιμμένος. Τα μάτια του εκπέμπουν καλοσύνη. Οι απειλές συνεχίζονται δικαιώνοντας την αδυναμία της.Να φύγει τότε που έπρεπε. Η ματιά μου εξερεθίζει τη διάθεση της. Το νιώθει πως έχει ακροατήριο και συνεχίζει πιο δυνατά αυτή τη φορά.
Ένας λυγμός ανέβηκε στα χείλη μου και τον μασκάρεψα σε βήχα. Μια παρόρμηση με σπρώχνει να τρέξω κοντά του και να τον αγκαλιάσω.Ντρέπομαι.
Δεύτερος λυγμός και τα μάτια μου τρέχουν. Αποχωρώ. Πέφτω αντικριστά με τον Γιάννη, τον παιδικό μου φίλο.
«Τι συμβαίνει Νανά;»
«Η αλλεργία μου…»  δικιολογήθηκα. Χαμογέλασε  κουνώντας το κεφάλι του κι αφήνοντας πίσω του κάτι απόνερα που έμοιαζαν με λέξεις.
Ανεβαίνω στο δωμάτιο, κουφώνω τα ξύλινα παντζούρια και βάζω

μουσική. Τη νύχτα αυτή οι στίχοι  κάποιων τραγουδιών με δυσφορούν. Δεν μου φταίει ο στιχουργός αλλά οι λέξεις. Κάποιες αναθεματισμένες λέξεις μου διεγείρουν το συναίσθημα. Κυριαρχούν επάνω μου κι εγώ απόψε νιώθω αδύναμη να τα βάλω με τις λέξεις. Αδύναμη μπροστά στις λέξεις! Άλλο πάλι κι αυτό...
Κλείνω το ράδιο, σβήνω τα φώτα και γέρνω στα δροσερά σεντόνια. Ο νους μου τριγυρνά ξανά στα τρία τραπέζια/πίστα. Πως σκατώνουμε τις ζωές μας έτσι...Μια ισορροπία ρε γαμώτο…
Με μάτια μισόκλειστα προσπαθώ να κάνω «αστρική ακρόαση» από φωνές αγαπημένες.

Οι φωνές έρχονται από μακριά/Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες. Χαμογελώ. Αλυσιδωτές αντιδράσεις οι σκέψεις. 

Καβάφης/Αλεξάνδρεια/Μάνα/Πρωτοψάλτη/Έρωτας/Καθαρός ουρανός σαν διαμάντι ανθεκτικός./Φάρος/ Φως/Θύμηση/Ανάμνηση του «ωραίου»/Λύτρωση.
Αποκοιμήθηκα…



 Αλεξάνδρεια/ Άλκηστις Πρωτοψάλτη #
















Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

ΜΙΑ ΚΑΦΕ ΚΑΙ ΔΥΟ ΖΑΧΑΡΗ



Φαίνεται πως απ’ τη μέρα που γεννιέται η γυναίκα, της κολλάνε κι ένα  «αχ!» επάνω της  κι όσο μεγαλώνει τη μαθαίνουν πως, όσα περισσότερα  τα «αχ!» που  κάνει κι όσο μεγαλύτερη η απόγνωση της, άλλο τόσο, μεγαλύτερη θα 'ναι κι η αποδοχή της  απ’ την κοινωνία.
Αχ… άκουγα λοιπόν από τη μαμά  μου,  αχ… απ’ θεία μου, αχ… απ’ νονά μου, αχ…απ’ αδελφή μου και τις  εξαδέλφες μου, τι να κάνω κι εγώ... έψαχνα λόγο για να έχω ένα «αχ!»
Μόνο η γιαγιά η Μαρίνα δεν έβγαζε ούτε ένα «αχ!».
Τι γυναίκα κι αυτή! Ποτέ μου δεν την κατάλαβα.
Όλο έλεγε και ξανάλεγε πως, έπινε τη ζωή με «μια καφέ και δύο ζάχαρη» και πως το ίδιο πρέπει να κάνουμε όλοι, δηλαδή, να ρουφάμε τη γλύκα της ζωής ως το μεδούλι της .
Δεν καταλάβαινα και πολλά απ’ όσα έλεγε η γιαγιά, αλλά τα λόγια της μου άρεσαν, όπως μου άρεσε κι εκείνη που για κάποιο περίεργο λόγο μου θύμιζε γλυκό του κουταλιού!
Άκου να δεις…η γιαγιά γλυκό του κουταλιού!
Με τόσα «αχ!» λοιπόν που άκουγα απ' τις πολλές γυναίκες της οικογένειας, έπρεπε  κι εγώ να ψάξω ένα λόγο για να ‘χω το δικό μου «αχ!»
Όμως, το μόνο ενδιαφέρον «αχ!» που έβρισκα ήταν για τον έρωτα! 

Ήθελα τόσο πολύ ν’ ανακαλύψω τι είναι αυτός ο έρωτας, που κάθε τρεις και λίγο γινόμουν φορτική στην Κατερίνα-την αδελφή μου- και στην κόρη της νονάς μου-την  Καλλιόπη- που ήταν κι οι δυο μεγαλύτερες μου.
Η μεγαλύτερη ευκαιρία μου να μάθω  τι στην ευχή είναι αυτός ο έρωτας…ήταν οι Κυριακές, γιατί κάθε Κυριακή, η νονά η Ευτέρπη και η Καλλιόπη, περνούσαν τη μέρα τους μαζί μας, επειδή ο νονός είχε πεθάνει πρόσφατα από εκείνη την "κακιά αρρώστια" όπως έλεγαν οι μεγάλοι.
Τι εννοούσαν όταν έλεγαν «κακιά αρρώστια»  ποτέ μου δεν κατάλαβα, ίσως να υπήρχαν και καλές αρρώστιες- σκεφτόμουν- αλλά αυτό δεν μ’ ένοιαζε και τόσο, μια και στις προτεραιότητές  μου, δεν ήταν να καταλάβω τι ήταν κακιά και τι καλή αρρώστια, αλλά τι ήταν ο έρωτας.
Πέρα απ’ την περιέργεια μου όμως, εκείνες οι Κυριακές  μου κάθονταν  στο στομάχι, όχι τόσο επειδή έπρεπε να βοηθήσουμε τη μαμά, όσο γιατί έπρεπε να συμμεριστούμε την κούραση της κι από νωρίς το πρωί να βγάζουμε κι εμείς κάθε τόσο κι από ένα «αχ!» έτσι για συμπαράσταση.
Αχ… για το γλυκό που δεν φούσκωσε, αχ…για τα μαλλιά της μαμάς που κι αυτά δεν φούσκωσαν.
Αχ…για τον μπαμπά που διάβαζε ατάραχος την εφημερίδα του, αχ…για το μωσαϊκό που δεν  γυάλισε όσο θα ‘πρεπε.
«Αχ... αυτός ο έρωτας!» άρχισα να λέω  κι εγώ λοιπόν κι ας μην είχα ιδέα περί τίνος επρόκειτο.
Η  Κατερίνα και η Καλλιόπη με κορόιδευαν κάθε φορά που τις ρωτούσα: «Τι  στην ευχή είναι αυτός ο έρωτας;»
Απάντηση δεν έπαιρνα βέβαια  κι αν θα 'παιρνα θα ‘ταν μια απάντηση λακωνική τύπου: «θα δεις βρε Μαρίνα, θα δεις... όταν θα μεγαλώσεις!»
Για την Καλλιόπη και την Κατερίνα  οι Κυριακές δεν έμοιαζαν  τόσο βασανιστικές.
Αφού τρώγαμε κλείνονταν με τις ώρες στο δωμάτιο της αδελφής μου, έπαιρναν τις σκιές της μαμάς, έβαφαν τα μάτια τους, έφτιαχναν τα μαλλιά τους κι όλο μιλούσαν για εκείνο το "πράγμα" που το έλεγαν έρωτα.
Κι εγώ που ήθελα να τρυπώσω στην παρέα τους  έβρισκα πάντα τοίχο!
Η πόρτα  αμπαρωμένη λοιπόν κι αυτές να μου φωνάζουνε με ύφος σοβαρό: «διαβάζουμε, διαβάζουμε!»
«Αχ... αυτός ο έρωτας!» έλεγα και ξανάλεγα  κι αφού δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω, πήγαινα στο σαλόνι με τους μεγάλους, όμως κι εκεί... με περίμενε άλλο βάσανο.
Έπεφτα  πάνω στην ώρα του καφέ κι έπρεπε κάθε  φορά να κάνω το ίδιο πράγμα. Να βοηθήσω τη μαμά να βγάλει το καλό σερβίτσιο απ’ το μπουφέ, εκείνο με τα μπεζ ανθάκια που, δεν έλεγαν  να μαραθούν με τίποτα! 


Κι ύστερα έπρεπε να πάρω εκείνο τον τεράστιο δίσκο, ν' ακουμπήσω το σερβίτσιο  επάνω του με προσοχή και να το πάω στην κουζίνα.
Κι όσο η μαμά έψηνε τους καφέδες το βλέμμα μου παρακολουθούσε αποχαυνωμένα το μπρίκι που, το ακουμπούσε  απ’ το μάρμαρο στη φωτιά κι απ’ τη φωτιά στο μάρμαρο, γιατί έτσι της είχε πει η γιαγιά πως  ο καφές γινόταν μερακλίδικος.
Κι ενώ αυτό που έκανε μου φαινόταν δύσκολο και τρομερό, ώρες ώρες  ένιωθα να τη λυπάμαι, έτσι όπως την έβλεπα σφιχτοδεμένη μες το ατσαλάκωτο ταγιέρ της και στις ψηλοτάκουνες γόβες της.
Παρακολουθούσα λοιπόν την ιεροτελεστία του καφέ καθισμένη στο μικρό σκαμπουδάκι δίπλα της κι αναστέναζα «αχ... αυτός ο έρωτας!»
Κάποιες φορές φαίνεται πως, μου ξέφευγε βαρύς ο αναστεναγμός και μόλις έβλεπα τη ματιά της να με κοιτά καχύποπτα καμωνόμουν  πως αναστέναζα για τα μαθήματα.
«Μαρινάκι! Τα γλυκά στο τραπέζι και  διάβασμα» έλεγε εκείνη, μα πώς να διαβάσει  κανείς όταν στο διπλανό δωμάτιο τα κορίτσια συζητούσαν για τον έρωτα... έτσι, βούταγα μερικά γλυκά στη φούχτα και μπούκωνα το στόμα μου για να νιώσω επιτέλους μια ευχαρίστηση.
«Μικρές μπουκιές και μη χτυπάς τα χείλη σου!» φώναζε η μαμά, ξεροκατάπινα κι εγώ κι ύστερα έπαιρνα το δίσκο  και πήγαινα  ξανά στους μεγάλους.
Είχα υποψιαστεί πως κάτι πρέπει να ξέρουν αυτοί για τον έρωτα, γιατί κάποια φορά είχα ακούσει το μπαμπά να λέει ψιθυριστά στη νονά: «Αχ βρε Ευτέρπη! Τι έρωτας κι αυτός με το συχωρεμένο!»
Εκεί με μπέρδεψαν λιγάκι, γιατί δεν μπόρεσα να καταλάβω, αν ο έρωτας, πηγαίνει μαζί με τον πεθαμένο ή μένει πίσω με τον ζωντανό.
Αφού όμως άκρη δεν έβγαζα έφευγα κι από κει απελπισμένη κι έκανα πως πήγαινα για διάβασμα.
Ο πατέρας που με παρακολουθούσε απ’ την πολυθρόνα του έκανε πάντα την ίδια κίνηση. Πήγαινε έξω απ’ το δωμάτιο της αδελφής μου και με ύφος δήθεν αυστηρό φώναζε:
«Ανοίξτε βρε κορίτσια να μπει και το παιδί!» 


«Μη με λες παιδί βρε μπαμπά!» φώναζα  θυμωμένη κι εκείνος μου έσκαγε ένα φιλί στο μάγουλο και μου έλεγε πάντα τα ίδια λόγια:
«Σου έχω πει βρε κουτό, μη ζητάς να μάθεις τη ζωή απ’ τους άλλους, θα στη μάθουν λάθος...».
Τότε κι εγώ έβρισκα την ευκαιρία να του παραπονεθώ πως, ρωτάω τα κορίτσια τι είναι αυτός ο "έρωτας" κι εκείνες δεν μου λένε.
Ο πατέρας μου ξεκαρδιζόταν στα γέλια κι αποχωρούσε κουβαλώντας προφανώς την ατάκα μου στο σαλόνι.
Ωστόσο η πόρτα είχε ανοίξει κι εκείνες ενοχλημένες-όπως πάντα- απ’ την παρουσία μου, μού έλεγαν ένα ξερό «πέρνα μέσα» κι άκεφα συνέχιζαν την κουβέντα τους.
Καθόμουν λοιπόν κι εγώ στην ακρούλα του κρεβατιού ήσυχα και φρόνιμα, αλλά ποτέ δεν καθόταν ήσυχη κι η φόδρα του φορέματος μου, με μια τόση δα κίνηση ακουγόταν στον αέρα ο θόρυβος απ’ το ταφταδένιο ύφασμα κι εκείνες  με αγριοκοίταζαν θυμωμένες.
Κάθε φορά που με αγριοκοίταζαν καταλάβαινα πως  κάτι σημαντικό συζητούσαν, έτσι δεν έβγαζα άχνα!  
Τις κοιτούσα αποχαυνωμένη τρώγοντας τα νύχια μου και προσπαθώντας  να καταλάβω  τι ακριβώς λένε.
Κάτι μισόλογα μόνο έπιανε τα’ αυτί μου, όπως: «είμαι ερωτευμένη», «μου είπε να τα φτιάξουμε», «με φίλησε στο στόμα» κι άλλα πολλά που έμοιαζαν ακαταλαβίστικα...
Φούσκωνε ο θυμός μου  που δεν μπορούσα να βγάλω άκρη και ηττημένη καθώς ένιωθα, έδινα μια στην πόρτα κι έφευγα για το δωμάτιο μου.
«Αχ... αυτός ο έρωτας!» μονολογούσα και ζωγράφιζα κι εγώ  κόκκινες καρδούλες στα βιβλία μου, σαν την Κατερίνα και την Καλλιόπη.
Κι ύστερα μια και δεν ήξερα τη χρησιμότητα τους, τις έκοβα απ’ τα τετράδια μου-αφήνοντας τις σελίδες τους με κάτι τεράστιες τρύπες -και τις καρφίτσωνα στα μαλλιά της κούκλας μου.
Αυτές οι τρύπες ήτανε η αιτία να ζώσουνε τη μαμά τα φίδια και να προσθέσει άλλο ένα «αχ!» στα πολλά που κουβαλούσε επάνω της.
«Αχ, Γιάννη μου, το κοριτσάκι μας μεγάλωσε!» την άκουγα να λέει  κάποιες φορές ψιθυριστά στο μπαμπά.
Περνούσαν τα χρόνια λοιπόν κι εγώ ρωτούσα πότε τον έναν, πότε τον άλλον, αλλά κανείς δεν μου έδινε να καταλάβω τι είναι  αυτός ο έρωτας!
Έτσι  παραιτήθηκα, ακολουθώντας τη συμβουλή του μπαμπά που έλεγε, να μη ρωτάω τους άλλους  για τη ζωή γιατί θα μου τη μάθουν λάθος.
Όμως με όσα είχα δει κι όσα είχα ακούσει -σκεφτόμουν- πως ο έρωτας πρέπει να ‘ταν κάτι πολύ ωραίο.
Δεν μπορούσα αλλιώς να εξηγήσω αυτό το λίγωμα  που έβλεπα στα μάτια των κοριτσιών.
Στο πίσω μέρος του μυαλού μου όμως η αμφιβολία ήταν πάντα αμφιβολία. Έτσι, σταμάτησα να λέω «αχ... αυτός ο έρωτας!» και κάθε φορά που μ’ άρεσε ένα αγόρι αναστέναζα κι αναρωτιόμουν: «είναι αυτό έρωτας;»
Πέρασαν τα χρόνια, έφτασα κι εγώ δεκατεσσάρων αλλά οι Κυριακές έμεναν πάντα πιστές στις παραδόσεις.
Η νονά η Ευτέρπη συνέχιζε να έρχεται στο σπίτι μας , το σερβίτσιο με τα μπεζ ανθάκια ποζάριζε πάντα  στην πρώτη θέση, τα μαλλιά της μαμάς το ίδιο φουσκωτά όσο το κέικ του πορτοκαλιού, το ταγιέρ της ατσαλάκωτο, τα τακούνια της ψηλά κι ο μπαμπάς πάντα την ίδια συμβουλή: «μην αφήνεις τους άλλους να σου μάθουν τη ζωή, θα σου τη μάθουν λάθος.»
Όσο για την αδελφή μου και την Καλλιόπη, ήταν πιο φιλικές μαζί μου κι ώρες ώρες με κοιτούσαν μ’ εκείνο το συμπονετικό ύφος που δήλωνε κάτι σαν: «να ‘ξερες τι σε περιμένει...»
Μια κι είχαν μεγαλώσει κι αυτές και με νοιάζονταν περισσότερο, αποφάσισαν μια  μέρα να με πάρουν μαζί τους σ’ ένα πάρτι.
Η χαρά μου....απερίγραπτη! Η πρώτη μου επίσημη έξοδος και το πρώτο μου ξενύχτι.
Ζευγαρωμένες αυτές, αζευγάρωτη εγώ, αλλά αυτό δεν μ’ ένοιαζε καθόλου.


Η δική μου αγωνία ήταν αν θα με αφήσουν οι γονείς μου να ξενυχτήσω ή αν θα ‘ρθουν να με μαζέψουν πάνω στο καλύτερο.
Πιο πολύ φοβόμουν τις αντιδράσεις της μαμάς γιατί ένιωθα τα λόγια της σαν πρόταση χωρίς τελεία. Όλο κάτι άνω τελείες έβαζε , κάτι διαζευκτικά και κάτι ερωτηματικά που μου έσπαγαν τα νεύρα.
«Να πάω εκεί;» τη ρωτούσα.
«Να πας… αλλά θα δούμε…και τι ώρα θα ‘ρθεις και ποιος θα σε φέρει και ποιος είναι αυτός  και μήπως να ‘ρχοταν κι η αδελφή σου μαζί…»
Ο μπαμπάς όμως απ’ όλα τα σημεία στίξης χρησιμοποιούσε μόνο την τελεία.
«Να πας παιδί μου» έλεγε ή «όχι,δεν θα πας».
Θεέ μου.. πόσο τη λάτρευα  αυτή την τελεία του μπαμπά!
Έκρυβε μια αποφασιστικότητα και μια δύναμη που μ’ έκανε αμέσως να υποχωρώ χωρίς να θυμώσω και χωρίς να περάσει απ’ το μυαλό μου ούτε για μια στιγμή να διαπραγματευτώ τη βόλεψη μου.
Ο μπαμπάς, μ’ άφησε λοιπόν να ξενυχτήσω και να γυρίσω μαζί με τα κορίτσια κι έτσι άρχισα κι εγώ να ετοιμάζομαι με περισσότερο  ενθουσιασμό.
Αραδιάσαμε πάνω στο κρεβάτι τα τζιν παντελόνια μας με τις τεράστιες καμπάνες, τα ξεβαμμένα πουκάμισα και τις φαρδιές ζώνες με τις γυαλιστερές αγκράφες.
Κι ύστερα αφού ντυθήκαμε και καμαρώσαμε το είδωλο μας στον καθρέφτη, ανεβήκαμε και σε κάτι πολυόροφα παπούτσια, βάψαμε τα μάτια μ’ εκείνη τη μοδάτη γαλάζια σκιά. 

Πήραμε και το πιστολάκι της μαμάς και το στήσαμε στη πρίζα και μια μια με τη σειρά της καίγαμε κι από μια τούφα μαλλί.
Έτοιμες επιτέλους, χαιρετήσαμε τους γονείς και  ξεκινήσαμε για το σπίτι του Γρηγόρη που ήταν τρία στενά δρόμος απ’ το δικό μας.
Η ματιά μου έπιασε μια συγκίνηση στο βλέμμα του μπαμπά την οποία πολύ γρήγορα ακύρωσε η μαμά με τα επαναλαμβανόμενα «αχ!» της.
«Αχ, κορίτσια μου, μη ξενυχτήσετε πολύ! Κυριακή αύριο, έχουμε καλεσμένους και δεν θα’ ναι μόνο η νονά, θα ‘ρθει κι η θεία Αλέκα με τον άντρα της.»
«Εντάξει μαμά...» την καθησύχασα εγώ  γιατί είχα αρχίσει πια να υποψιάζομαι πόσο ανάγκη είχε αυτό το «αχ!»
Μόλις ξεμακρύναμε λίγο ακούσαμε τη μουσική που ερχόταν απ’ το σπίτι του Γρηγόρη γεμάτη υποσχέσεις.
Όταν φτάσαμε, τα κορίτσια με σύστησαν στους φίλους τους μ’ ένα τρόπο σαν να ‘λεγαν: «η δυσάρεστη υποχρέωση της παρέας» κι εμένα αυτό δεν μ’ άρεσε καθόλου.
«Που θα πάει; Θα ‘ρθει κι η στιγμή που θα βγαίνω μόνη μου!» μονολόγησα. Χώθηκα απελπισμένη μέσα σε μια τεράστια πολυθρόνα κι άρχισα να σκέφτομαι πότε  τα «αχ!» της μαμάς και πότε  το «αχ!» το δικό μου για τον έρωτα.
Κι εκεί πάνω που είχα ενώσει τα «αχ!» της μαμάς με το δικό μου κι ένιωθα το βάρος τους  δυσβάσταχτο ακούω μια φωνή να μου λέει: «Θέλεις να χορέψουμε;»
Κεραυνός εν αιθρία! Τι φωνή! Τι μάτια! Τι ομορφιά…και το όνομα αυτού, Βασίλης! Η καρδιά μου χτυπούσε τρελά.
Αυτόν ήθελα! Όχι άλλον! Αυτόν που είχα μπροστά μου!
Φίλος, του φίλου, της φίλης, της Κατερίνας, μου είπαν, μα... λίγο μ’ ενδιέφερε ποιανού φίλος ήταν και ποιος τον έφερε στο πάρτι.
Το μόνο που μ’ ένοιαζε ήταν να σταματήσουν να τρέμουν τα γόνατα μου μη γίνω ρεζίλι.
Σε λίγο ένα μαγικό ποτό που το ‘λεγαν βερμούτ μ’ έκανε να ξεθαρρέψω ως δια μαγείας. Όχι πως μ’ άρεσε, πέντε γουλιές ήπια όλες κι όλες επειδή το ‘πιναν κι οι μεγάλοι, το αποτέλεσμα όμως  ομολογώ πως ήταν εξαιρετικό.
Χόρεψα λοιπόν με το Βασίλη και πρώτο και δεύτερο και τρίτο μπλουζ και μεταξύ χορού και παραζάλης  έριχνα κι από μια υπεροπτική ματιά στην αδελφή μου και στην Καλλιόπη.
«Αχ... να’ ναι έρωτας;» σκεφτόμουν και χανόμουν  στην αγκαλιά 

του κι όσο περνούσε η ώρα τόσο επιβεβαιωνόμουν πως έρωτας ήταν, γιατί είχα πια αποκτήσει όλα τα γνώριμα σημάδια που έβλεπα στα μεγαλύτερα κορίτσια εδώ και χρόνια.
Αργά το βράδυ, την ώρα που όλη η παρέα φεύγαμε για τα σπίτια μας ο Βασίλης μου ζήτησε να μείνουμε για λίγο μόνοι, η καρδιά μου πήγε να σπάσει απ’ τη συγκίνηση, έτσι απέσυρα την εφηβική υπεροψία μου και παρακάλεσα την Κατερίνα και να την Καλλιόπη να με περιμένουν λίγο πιο κάτω.
Εκείνες χαμογέλασαν και μου ‘κλεισαν το μάτι. Ξαφνικά ένιωσα μια ευγνωμοσύνη για την αδελφή μου και ξαφνιάστηκα, ήσυχη πια, πήρα το Βασίλη απ’ το χέρι και ξεμακρύναμε σ’ ένα αφώτιστο σοκάκι.
Κι εκεί ανάμεσα σ' ένα τρυφερό φιλί και μια αγκαλιά, τον άκουσα να μου λέει:
«Θέλεις να τα φτιάξουμε;»
Εμ...πως να μην ήθελα; Έρωτας ήταν! Τώρα πια το ήξερα για τα καλά!
Εκείνο που δεν ήθελα όμως ήταν ο έρωτας μου να ‘χει «αχ!». Τότε μου 'ρθε μια ιδέα: να ρωτήσω τη γιαγιά  τι πρέπει να κάνω.
Εκείνη χαμογέλασε και μου 'πε: "να τον πιεις με μια καφέ και δύο ζάχαρη!"
Άντε πάλι τα ίδια η γιαγιά...δεν ξέρω τι κατάλαβα και τι δεν κατάλαβα απ' τα λόγια της, αλλά εκείνο που θυμάμαι είναι πως, ούτε ένα «αχ!» δεν βγάλαμε μες τα δυο χρόνια που είμαστε μαζί.
Πόσο τον χαρήκαμε αυτόν τον έρωτα δεν λέγεται…
Παίξαμε, γελάσαμε, ερωτευτήκαμε, αγαπήσαμε…Τέσσερα ζευγάρια εφήβων η παρέα, που άλλοτε  βγαίναμε όλοι μαζί κι άλλοτε μόνοι μας.
Στα πάρτι,  στις κοπάνες της πρώτης και της τελευταίας ώρας,  στις αμμουδιές του αγίου Κοσμά που κρύβαμε τις  μαθητικές ποδιές στις τσάντες, στο θερινό σινεμά της πλατείας, στα σοκάκια γύρω απ’ το σχολείο, στις εκδηλώσεις σ’ εκείνο το φιλοπρόοδο όμιλο του Δήμου που ποζάραμε για ενήλικοι και σοφοί  ορμώμενοι απ’ τον έρωτα μας.
Τον απολαύσαμε τον έρωτα χωρίς  εκείνο  το «αχ!» που νομίζεις πως  τον κάνει  τρανό και σπουδαίο.
Κάπως έτσι πέρασαν δυο ξέγνοιαστα και χαρούμενα χρόνια άλλά... το τέλος του έρωτα  πλησίαζε, ήταν πια γεγονός.
Κι η αλήθεια είναι πως κάπου εκεί προς το τέλος του έρωτα  έβγαλα  δυο τρία «αχ!»  Μπορεί από ματαιοδοξία, μπορεί κι από συνήθεια, από τα τόσα «αχ!»  αιώνων που κάποιοι χάραξαν πάνω στη γυναικεία πλάτη μας.
Όμως όσο ο καιρός περνούσε, το τέλος του έρωτα μού θύμιζε εκείνες τις προτάσεις του μπαμπά με την τελεία που τόσο πολύ τις λάτρευα. Έτσι, εντελώς ξαφνικά σταμάτησα τα «αχ!» 
Φαίνεται πως  ένιωσα για τα καλά  πως, αυτό το τέλος αρμόζει στον έρωτα και σ’ όλες τις όμορφες καταστάσεις της ζωής που κάποτε τελειώνουν.
Μόνο η τελεία ταιριάζει... σκεφτόμουν…ούτε η άνω τελεία, ούτε τα διαζευκτικά, ούτε τα ερωτηματικά. Απλά και μόνο μια μικρή τελεία, ένα τόσο δα σημείο στίξης για έναν όμορφο συναίσθημα που τέλειωσε...




Έτσι, μέσα από έναν έρωτα, κατάλαβα πως η ζωή είναι πολύ όμορφη για να τη σπαταλάς με "αχ!" και "βαχ!" και...έμαθα να την απολαμβάνω σαν τη γιαγιά, δηλαδή... "με μια καφέ και δύο ζάχαρη!"




Al Bano & Romina Power- Felicita